Ο Νίκος Ζαχαριάδης ήταν έλληνας πολιτικός. Ηγετική μορφή του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος, διετέλεσε γενικός γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ) από το 1934 έως το 1936 και από το 1945 έως το 1956. Υπήρξε μία από τις πιο πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, ακόμη και στον κύκλο των ομοϊδεατών του.
Τα παιδικά χρόνια και η ένταξη στο κομμουνιστικό κίνημα
Ο Νίκος Ζαχαριάδης γεννήθηκε στις 27 Απριλίου 1903 στην Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης (περιοχή τότε της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σήμερα της Τουρκίας), όπου ο πατέρας του Παναγιώτης Ζαχαριάδης υπηρετούσε ως επιθεωρητής του οθωμανικού μονοπωλίου καπνού. Ο ίδιος σ’ ένα σημείωμα του παρουσιάζει τον πατέρα του ως πολύ σκληρό που τον έδερνε συνέχεια, επειδή ήταν άτακτος και τον εξέθετε. Η μητέρα του, Ερατώ Πρωτόπαπα, με καταγωγή από το Καστρί Αρκαδίας και τη Χίο μεγάλωσε στα Άδανα της Κιλικίας, όπου o πατέρας της διατηρούσε παντοπωλείο και ξενοδοχείο. Ο Νίκος είχε δύο μεγαλύτερες αδελφές κι ένα μικρότερο αδελφό.
Λόγω της εργασίας του, ο πατέρας του μετακινούταν συχνά στις διάφορες καπνοπαραγωγικές περιοχές της αυτοκρατορίας. Τις μετακινήσεις ακολουθούσε και ο Νίκος, με αποτέλεσμα να παρακολουθεί μαθήματα σε διάφορες πόλεις. Τελευταίος σταθμός της μαθητικής του διαδρομής η γενέτειρά του Αδριανούπολη, όπου αποφοίτησε από την Α’ τάξη του Γυμνασίου το 1917 και αποφάσισε να μην συνεχίσει τις σπουδές του.
Αμέσως μετά εργάστηκε για λίγο ως καπνεργάτης, στη συνέχεια ως φορτοεκφορτωτής στην Κωνσταντινούπολη και αργότερα ως ναυτεργάτης σε πλοία της Μαύρης Θάλασσας. Μέσα από τα ταξίδια του γνώρισε την επανάσταση των Μπολσεβίκων στη Ρωσία, υιοθέτησε τα κηρύγματά της και άρχισε να αναμιγνύεται στο κομμουνιστικό κίνημα.
Η πολιτική δράση και η αναρρίχηση στην ηγεσία του ΚΚΕ
Όλα αυτά τα χρόνια αναδείχθηκε σε μετρ των αποδράσεων, αφού είχε συλληφθεί αρκετές φορές για την πολιτική του δράση. Η πιο σοβαρή κατηγορία που του αποδόθηκε ήταν για τη δολοφονία του αρχειομαρξιστή Ηλία Γεωργαπαπαδάκου τον Δεκέμβριο του 1927 στον Πειραιά. Ύστερα από μία σειρά αναβολών της δίκης του στο Κακουργιοδικείο Πειραιά κατόρθωσε να διαφύγει της προσοχής του φρουρού του μέσα στο τρένο που τον μετέφερε από τον Πειραιά στην Αθήνα και να καταφύγει εκ νέου στη Μόσχα, όπου παρακολούθησε την ανώτατη κομματική σχολή (ΚΟΥΤΒ). Εκεί γνώρισε την τσεχοσλοβάκα κομουνίστρια Μαρία Νοβάκοβα, την οποία παντρεύτηκε και μαζί της απέκτησε δύο παιδιά, τον Κύρο και την Όλγα.
Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε παράνομα στην Ελλάδα, έπειτα από παρέμβαση της Γ’ Διεθνούς, προκειμένου να συμβάλει στον τερματισμό της εσωτερικής κρίσης που μάστιζε τότε το ΚΚΕ. Ανέλαβε την καθοδήγηση του κόμματος με κοπτάτσια (διορισμό) και τον Ιανουάριο του 1934 η Κεντρική Επιτροπή τον εξέλεξε γενικό γραμματέα του ΚΚΕ.
Η σύλληψη και η φυλάκισή του
Μετά την επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου, ο Νίκος Ζαχαριάδης συνελήφθη στις 17 Σεπτεμβρίου 1936 και κλείστηκε στις φυλακές της Κέρκυρας, καθώς εκκρεμούσε και η καταδίκη του ερήμην για το φόνο του Γεωργοπαπαδάκου. Τον Ιανουάριο του 1940 μεταφέρθηκε στην Αθήνα.
Μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα τον Απρίλιο του 1941 και την κατάρρευση του μετώπου, η κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου τον παρέδωσε μαζί με άλλους Έλληνες κομμουνιστές στους Γερμανούς, οι οποίοι τον έστειλαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Νταχάου. Εκεί παρέμεινε κρατούμενος μέχρι τις αρχές Μαΐου του 1945, οπότε απελευθερώθηκε από τους Αμερικανούς.
Η θριαμβευτική επάνοδος και ο Εμφύλιος Πόλεμος
Μέσω Παρισίων επέστρεψε στην Ελλάδα στις 29 Μαΐου 1945 κι έγινε δεκτός από τις δυνάμεις της Αριστεράς ως ήρωας. Η απουσία του από τη χώρα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, της ήττας του κομμουνιστικού κινήματος στα «Δεκεμβριανά» και της Συμφωνίας της Βάρκιζας, είχαν διατηρήσει άφθαρτο τον μύθο που είχε καλλιεργηθεί γύρω από το πρόσωπό του.
Η εμφύλια σύρραξη ύστερα από κάποιες πρόσκαιρες επιτυχίες έμελλε να οδηγήσει σε συντριβή των δυνάμεων της Αριστεράς. Τον Αύγουστο του 1948, ο Ζαχαριάδης έπαυσε τον αρχηγό του «Δημοκρατικού Στρατού» Μάρκο Βαφειάδη, ο οποίος επέμενε ότι ο ένοπλος αγώνας έπρεπε να διεξαχθεί με τις αρχές του ανταρτοπολέμου. Ανέλαβε ο ίδιος την αρχιστρατηγία, επιχειρώντας να μεταβάλει τον πόλεμο σε μία τακτική αναμέτρηση με τον εθνικό στρατό. Τον Αύγουστο του 1949 στον Γράμμο και στο Βίτσι ο «Δημοκρατικός Στρατός» συνετρίβη ολοκληρωτικά και οι περισσότεροι από τους μαχητές του πέρασαν πρόσφυγες στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου κυριαρχούσαν κομμουνιστικά καθεστώτα.
Η εξορία και η αποκαθήλωσή του
Ο Νίκος Ζαχαριάδης εγκαταστάθηκε ως πολιτικός πρόσφυγας αρχικά στο Βουκουρέστι και στη συνέχεια μέσω Οδησσού στην τότε Σοβιετική Ένωση. Από το σημείο αυτό σύρθηκε σε μία πορεία λαθών, που είχαν ως αποτέλεσμα την πρόσθετη ταλαιπωρία της ελληνικής Αριστεράς. Δηλώνει ότι η ήττα ήταν απλώς η ανάπαυλα του αγώνα και ότι ο «Δημοκρατικός Στρατός» κρατάει το «όπλο παρά πόδα». Προσπάθησε να κάνει πράξη το δόγμα του αυτό (υποθέσεις Μπελογιάννη και Πλουμπίδη), φροντίζοντας να καταπνίξει κάθε αντίθετη φωνή.
Τον Μάρτιο του 1956, ο Ζαχαριάδης απομακρύνθηκε από τη Μόσχα και στάλθηκε εξορία, έχοντας μαζί του τον ανήλικο γιο του Ιωσήφ (από τον δεύτερο γάμο του με τη Ρούλα Κουκούλου), στο Μποροβίστι του Νοβγκορόντ στην περιοχή του Λένινγκραντ, 200 χιλιόμετρα βόρεια της Μόσχας, όπου με το όνομα Νικολάι Νικολάεφ εργάστηκε στο δασαρχείο, αρχικά στη θέση του διευθυντή και, μετά το 1960, ως αρχιδασοφύλακας. Δραπέτευσε και πήγε στη Μόσχα και με γράμμα που επέδωσε στην Πρεσβεία της Ελλάδας την 1η Φεβρουαρίου 1962 ζητούσε από την κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Ελλάδα, και από την Εισαγγελία Αθηνών να δικαστεί για την επαναστατική του δράση. Η απάντηση της ελληνικής κυβέρνησης στις 8 Απριλίου 1962 ήταν αρνητική.
Ο Νίκος Ζαχαριάδης συνελήφθη τον Ιούνιο του 1962 από την KGB και εξορίστηκε στο Σουργκούτ της Σιβηρίας. Επιχείρησε τρεις απόπειρες διαφυγής και οι αρχές εγκατέστησαν στο σπίτι μόνιμο φυλάκιο, με φύλαξη επί εικοσιτετραώρου βάσεως. Την 1η Αυγούστου 1973 αυτοκτόνησε, σε ηλικία 70 ετών.
Στις 16 Ιουλίου 2011, ο Νίκος Ζαχαριάδης αποκαταστάθηκε πολιτικά και κομματικά, με απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ.